Οι γυναίκες και οι νεαροί ενήλικες είχαν περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν συχνά επεισόδια κόπωσης.
Την έρευνα έδωσαν στη δημοσιότητα τα αμερικανικά Κέντρα Ελέγχου & Προλήψεως των Ασθενειών (CDC) στην Ατλάντα. Όπως αναφέρουν, η κόπωση αποτελεί ένα από τα συχνότερα προβλήματα που αναφέρονται στους γιατρούς της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Ορίζεται ως «σωματική ή νοητική κούραση ή εξάντληση, η οποία δεν βελτιώνεται με πρόσθετο ύπνο ή ανάπαυση».
Αν και τα συμπτώματα που προκαλεί συχνά υποδηλώνουν υποκείμενα προβλήματα υγείας, μερικές φορές δεν σχετίζονται με συγκεκριμένους ιατρικούς λόγους.
Η έρευνα διεξήχθη σε σχεδόν 27.000 εθελοντές, ηλικίας 18 ετών και πάνω. Οι ερευνητές τους ρώτησαν μεταξύ άλλων πόσο συχνά ένιωσαν κουρασμένοι ή εξαντλημένοι κατά τους 3 τελευταίους μήνες.
Μόλις το 28,5% των συμμετεχόντων απάντησαν «ποτέ». Το σχεδόν 55% είπαν πως ένιωθαν κουρασμένοι ή εξαντλημένοι «μερικές μέρες» κατά το τελευταίο τρίμηνο. Το 10,7% ένιωθαν έντονη κόπωση «τις περισσότερες ημέρες». Και το 5,9% απάντησε «καθημερινά».
Συνολικά, το σχεδόν 17% είπαν πως η κόπωση τους συντροφεύει συχνά (δηλαδή καθημερινά ή τις περισσότερες μέρες). Οι γυναίκες ήταν πιθανότερο να υποφέρουν από συχνή κόπωση (20% έναντι 13% στους άνδρες).
Το ποσοστό της συχνής κόπωσης μειωνόταν καθώς αυξανόταν η ηλικία. Έτσι, ήταν:
19,5% στους νέους ηλικίας 18-34 ετών
17,4% στις ηλικίες 35-49 ετών
16% στις ηλικίες 50-64 ετών
12,9% στους ηλικιωμένους (65 ετών και πάνω)
Ένταση και διάρκεια
Η έρευνα έδειξε ακόμα πως η καθημερινή ή σχεδόν καθημερινή κόπωση είναι επίμονη στις περισσότερες περιπτώσεις. Στην πραγματικότητα, από τους πάσχοντες από συχνή κόπωση μόνο το 45% είπαν ότι κρατάει λίγες ώρες κάθε φορά. Το σχεδόν 35% είπαν ότι το διαρκεί το περισσότερο διάστημα της ημέρας και το 20% όλη μέρα.
Η κόπωσή τους είναι επίσης έντονη. Λιγότερο από το 15% την χαρακτήρισαν ως «λίγη». Το σχεδόν 47% είπαν ότι νιώθουν μέτρια κούραση και το σχεδόν 39% είπαν πως νιώθουν πολύ κουρασμένοι.
Σχεδόν μοιραία λοιπόν το σχεδόν 70% είπαν ότι ένιωθαν άγχος. Το 46% ανέφεραν ότι είχαν νοητικές δυσκολίες (π.χ. με τη συγκέντρωση), ενώ το 45% ανέφεραν πως είχαν καταθλιπτικά συμπτώματα.



